Τρίτη, Μαΐου 13

sylvia path

πρωινό τραγούδι

Η αγάπη σε κούρντισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι.
Η μαμή χτύπησε τις πατούσες σου και η γυμνή κραυγή σου
Πήρε τη θέση της ανάμεσα στα στοιχεία.

Οι φωνές μας αντιλαλούν, μεγεθύνοντας τον ερχομό σου.

Καινούρ-γιο άγαλμα.
Σ' ένα παγερό μουσείο, η γύμνια σου
Σκιάζει την ασφάλειά μας.
Στεκόμαστε τριγύρω ανέκφραστοι σαντοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μάνα σου
Από το σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντανακλά την ική του αργή
Εξαφάνιση στο χέρι του ανέμου.

Όλη νύχτα σαν πεταλουδίτσα η ανάσα σου
Πεταρίζει ανάμεσα στα λεία ροζ τριαντάφυλλα.
Ξυπνώ ν' αφουγ-κραστώ:
Μια μακρινή θάλασσα σαλεύει μες στο αυτί μου.
Μια κραυγή, και σκουντουφλώ απ' το κρεβάτι, βαρειά σαν γελάδακαι λουλουδιασμένη
Μες στο βικτωριανό μου νυχτικό.

Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν του γατιού.
Το τετράγωνο του παραθύρου
Ξασπρίζει και καταπίνει τα θολά του αστέρια.

Και τώρα δοκι-μάζειςΜια φουχτίτσα νότες·

Τα ξεκάθαρα φωνήεντα υψώνονται σαν μπαλόνια.

{Sylvia Plath, 1932 - 1963. μεταφρ. Κλαίτη Σωτηριάδου}

Δευτέρα, Μαΐου 12

με τα δικά μου γράμματα

Απαντώντας στην πρόσκληση του φιλου Nautilos παρουσιάζω κι εγώ ένα δικό μου χειρόγραφο :



Αντιγράφω επίσης από το Ναυτιλο τους κανονισμούς του παιχνιδιού:

Οι οδηγίες:
1. Γράψε (με το χέρι )
2. Σκάναρε (ή φωτογράφισε… )
3. Πόσταρε.
4. Ειδοποίησε ! Απαραίτητα στο τέλος του ποστ γράψε: για το http://autographcollectors.blogspot.com/
(επίσης υπάρχει το λινκ και δεξια όπως κοιτατε την οθόνη στα αγαπημένα μας ΙδιογράφΩς)
5. Προσκάλεσε άλλους 5 ή και περισσότερους blogger να συμμετέχουν.

Προσκαλώ και εγω με τη σειρά μου τους:

Αποστόλη Αρτινό (LEXIMATA)
Δημήτρη Αθηνάκη
Πατριάρχη Φώτιο (ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ)
Roadartist
Zoulou (σχολικες περιπετειες σαλαμινας)
Akama

rainer maria rilke

Σβήσε τα μάτια μου

Σβήσε τα μάτια μου·
μπορώ να σε κοιτάζω,
τ' αυτιά μου σφράγισέ τα,
να σ' ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να 'ρθω σ' εσένα,και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώμε το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη,
εγώ μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι

{μτφρ. Κωστής Παλαμάς}

Παρασκευή, Μαΐου 9

ο κήπος με τις μουριές

Καίτη Οικονόμου
Ο κήπος με τις μουριές
Ωκεανίδα, 2006

Καθόμασταν με την Καίτη στο μικρο καφενιο της πλατείας και της ζήτησα να μου περιγράψει το βιβλίο. Την κοιτουσα με αγωνία όση ώρα μιλούσε περιμενα να ακουσω τη συνέχεια. Ήταν το πρώτο της βιβλίο (που γράφει, γιατι έχει μεταφράσει τοσα πολλά, κάποια από αυτά ειναι τα Χαρυ Πότερ) και συνεχώς ρωτουσα «και μετά?» . Εκείνη έλαμπε καθως μου το έλεγε, θυμάμαι χαρακτηριστικά που μου λεει «είχα σκεφτεί για τιτλο να βάλω η Γκαντέμω, αλλά δεν ακουγόταν όμορφα…»

Την Καιτούλα (την συγγραφέα) την ξέρω απο πάντα, την ξέρω πριν ακομα γεννηθω, παιδική φίλη της μαμας και πάντα έπερνα δυναμη απο εκείνη. Εχει τον τρόπο της. Ξερει να σε ανακουφιζει, να σε μαλώνει, να σε εμψυχώνει!

Το έχω διαβάσει καιρο το συγκεκριμένο βιβλίο και μολις σήμερα σκεφτηκα να γράψω για αυτο…Ένα βιβλίο σαν ταινία.

Να το διαβάσετε.

θα σε ξεχνάω κάθε μέρα

Βασίλης Αλεξάκης
θα σε ξεχνάω κάθε μέρα
Εξάντας, 2005

Κάποιο μεσημέρι που έτρωγα μόνος μου στον Δημόκριτο, ένα εστιατόριο κοντά στο διαμέρισμά μου στην Αθήνα, εμφανίστηκες στην είσοδο του μαγαζιού και έριξες μια προσεκτική ματιά γύρω σου. Είχα τελειώσει το φαγητό μου και διάβαζα την εφημερίδα. Το βλέμμα σου με προσπέρασε όπως προσπέρασε και τους άλλους θαμώνες. Προσπάθησα να μετριάσω την απογοήτευσή μου. Συλλογίστηκα ότι είχαμε δώδεκα χρόνια να ιδωθούμε. Αναλογίστηκα όλες τις αλλαγές που είχε υποστεί στο διάστημα αυτό το πρόσωπό μου...Ατένισες για δεύτερη φορά την πελατεία. Με κοίταξες ξανά, πίστεψα ότι ήσουν έτοιμη να στραφείς στο διπλανό τραπέζι, αλλά το βλέμμα σου έμεινε επιτέλους σ' εμένα. Έκανες μερικά διστακτικά βήματα προς το μέρος μου. Σηκώθηκα για να σε υποδεχτώ.-Όπως βλέπεις, πήρα μερικά κιλά, σου είπα όσο πιο πρόσχαρα μπορούσα.Εσύ, που πάντα με έβρισκες υπερβολικά αδύνατο, που έκρινες ελλιπή τη διατροφή μου, μου απάντησες κάπως ξερά:-Το βλέπω.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

το διαβάσα, μου άρεσε και με συγκίνησε, πολύ!

yvan goll

Μαλαισιανά τραγούδια

XVII

Είμαι το ρυάκι σου
που μέθυσε με δυόσμο

Σκύψε πάνω μου
για να σου μοιάσω

Κολύμπησε μέσα μου
να νιώσεις πως τρέμω

Φάε τα ψάρια μου
να μ’ αφανίσεις

Πιες με
να με στερέψεις

Αγάπησέ με
Θα σε συντρέξω να πνιγείς

XX

Στο φιλί σου πιο βαθύ κι απ’ το θάνατο
νιώθω τη λύσσα σου να ξαναμπείς στη γη
να γυρίσεις πίσω στο χάος σου

Λιώνεις
χάνεσαι
σύννεφο πέφτεις
ποτάμι τρέχεις στη θάλασσά σου

Κι σάρκα μου σε δέχεται σαν ένα μνήμα

XXV

Σκεπάστηκα με εφτά πέπλα
για να με ξεσκεπάσεις
εφτά φορές

Μυρώθηκα μ’ εφτά μύρα
για να με μυρίσεις
εφτά φορές

Σου είπα εφτά ψέματα
για να με αφανίσεις
εφτά φορές

Όταν ζυγώνεις η νύχτα όλη ανατριχιάζει
οι τοίχοι σαλεύουν

το γιασεμί μυρίζει πιο δυνατά
η θάλασσα ανασαίνει πιο γρήγορα

κι άνεμος ανάστατος
σιάζει τα μαλλιά μου

όπως σ' αρέσουν

{Ιβάν Γκόλ 1891-1950, Chansons Malaises, μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς}

Δευτέρα, Μαΐου 5

το δέντρο που έδινε

Σελ Σίλβερσταίν
Το Δέντρο που έδινε
(The giving Tree)
Δωρικός, 1998
Μια φορά ήταν ένα δέντρο που αγαπούσε ένα μικρό αγόρι.
Και κάθε μέρα το αγόρι θα ερχόταν και θα μάζευε τα φύλλα του και θα έφτιαχνε στέμματα παίζοντας τον βασιλιά του δάσους.
Σκαρφάλωνε στον κορμό του και τραμπαλιζόταν στα κλαδιά του και έτρωγε τα μήλα του.
Και έπαιζαν κρυφτό.
Κι όταν κουραζόταν το αγόρι πλάγιαζε στη σκιά του δέντρου.
Και το αγόρι αγαπούσε το δέντρο πάρα πολύ.
Και το δέντρο ήταν ευτυχισμένο.
Μα ο χρόνος περνούσε.
Και το αγόρι μεγάλωσε.
Και το δέντρο έμενε συχνά μόνο του.
Τότε μια μέρα το αγόρι ήρθε στο δέντρο και το δέντρο είπε
"έλα, Αγόρι, έλα και σκαρφάλωσε στον κορμό μου, κάνε κούνια στα κλαδιά μου και φάε τα μήλα μου και παίξε στον ίσκιο μου και γίνε ευτυχισμένο."
"Είμαι πολύ μεγάλο για να σκαρφαλώνω και να παίζω", απάντησε το αγόρι."Θέλω να αγοράζω πράγματα και να περνάω καλά. Θα ήθελα κάποια χρήματα.
Μπορείς να μου δώσεις μερικά;"
"Λυπάμαι", είπε το δέντρο, "αλλά δεν έχω χρήματα. Μόνο φύλλα και μήλα έχω.
Πάρε τα μήλα μου, Αγόρι, και πούλησέ τα στην πόλη.
Έτσι θα κερδίσεις χρήματα και θα είσαι ευτυχισμένο."
Και το αγόρι σκαρφάλωσε στο δέντρο και αφού μάζεψε τα μήλα του τα πήρε μαζί του.
Και το δέντρο ήταν ευτυχισμένο.
Αλλά το αγόρι έμεινε μακριά από το δέντρο για πολύ καιρό...
και το δέντρο ήταν δυστυχισμένο.
Και τότε, μια μέρα, το αγόρι ήρθε πάλι πίσω και το δέντρο τραντάχτηκε από τη χαρά του και είπε "έλα, Αγόρι, σκαρφάλωσε στον κορμό μου και τραμπαλίσου στα κλαδιά μου και γίνε ευτυχισμένο."
"Έχω πολλές δουλειές για να σκαρφαλώνω σε δέντρα", είπε το αγόρι.
"Θέλω ένα σπίτι για να με ζεσταίνει", είπε."Θέλω μια γυναίκα και θέλω και παιδιά, γι' αυτό χρειάζομαι ένα σπίτι. Μπορείς εσύ να μου δώσεις ένα σπίτι;"
"Δεν έχω σπίτι να σου δώσω", απάντησε το δέντρο."Το δάσος είναι το σπίτι μου, αλλά μπορείς να κόψεις τα κλαδιά μου και να χτίσεις ένα σπίτι. Τότε θα είσαι ευτυχισμένος."
Και έτσι το αγόρι έκοψε τα κλαδιά του δέντρου και τα πήρε μαζί του για να χτίσει το σπίτι του.Και το δέντρο ήταν ευτυχισμένο.
Αλλά το αγόρι έλειψε για πολύ καιρό.
Και όταν επέστρεψε,το δέντρο ήταν τόσο ευτυχισμένο που μόλις που μπορούσε να μιλήσει."
Έλα, Αγόρι, έλα και παίξε."
"Είμαι πολύ γέρος και θλιμμένος για να παίξω", είπε το αγόρι.
"Θέλω μια βάρκα που να με πάει κάπου πολύ μακριά. Μπορείς να μου δώσεις μια βάρκα;""Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μια βάρκα" είπε το δέντρο. "Τότε θα μπορέσεις να ταξιδέψεις και να είσαι ευτυχισμένο."Τότε το αγόρι έκοψε τον κορμό του δέντρου και έφτιαξε μια βάρκα και ταξίδεψε μακριά.
Και το δέντρο ήταν ευτυχισμένο....αλλά όχι αληθινά.
Μετά από πολύ καιρό το αγόρι ξαναγύρισε."Λυπάμαι, Αγόρι, αλλά δεν έχω πια τίποτα να σου δώσω. Τα μήλα μου τέλειωσαν.""Τα δόντια μου είναι πολύ αδύναμα πια για μήλα", απάντησε το αγόρι."Τα κλαδιά μου κόπηκαν. Δε μπορείς να κάνεις κούνια σ' αυτά", είπε το δέντρο."Είμαι πολύ γέρος πια για να κάνω κούνια", είπε το αγόρι.
"Ο κορμός μου κόπηκε", είπε το δέντρο, "δε μπορείς να σκαρφαλώσεις"
"Είμαι πολύ κουρασμένος για να σκαρφαλώνω" , είπε το αγόρι."Λυπάμαι", απάντησε το δέντρο, "μακάρι να μπορούσα να σου δώσω κάτι.
Αλλά δε μου έχει μείνει πια τίποτα.
Είμαι μόνο ένα γερασμένο κούτσουρο.
Λυπάμαι..."
"Δε χρειάζομαι πολλά πια", είπε το αγόρι, "μόνο ένα ήσυχο μέρος να καθήσω και να ξεκουραστώ. Είμαι πολύ κουρασμένος.""Τότε" είπε το δέντρο ισιώνοντας όσο μπορούσε τον κορμό του, "ένα παλιό κούτσουρο είναι ένα καλό μέρος να καθήσεις και να ξεκουραστείς.
Έλα, Αγόρι, κάθισε. Κάθισε και ξεκουράσου."
Και το αγόρι κάθησε και ξεκουράστηκε.
Και το δέντρο ήταν ευτυχισμένο.

για όσους ξέρουν να δίνουν, στον Άντρεα και τη Βάλια. .