Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 9

Julio Cortázar

ιστορία χωρίς ηθικό δίδαγμα

Ένας άνδρας πουλούσε φωνές και λέξεις και πήγαινε καλά, παρόλο που συναντούσε πολύ κόσμο που διαφωνούσε για τις τιμές και ζητούσε να τις κατεβάσει. Ο άνδρας υποχωρούσε σχεδόν πάντοτε, κι έτσι μπόρεσε να πουλήσει πολλές φωνές πλανόδιων πωλητών, μερικούς στεναγμούς που αγόραζαν κυρίες εισοδηματίες, και λέξεις για διαφημίσεις, σλόγκανς, κάρτες επιχειρηματιών κι άλλους τέτοιους εξυπνακισμούς.

Στο τέλος ο άνδρας κατάλαβε ότι είχε φτάσει η ώρα να ζητήσει ακρόαση απ' τον τύραννο της χώρας, που ήταν σαν όλους τους συναδέλφους του, και που τον δέχτηκε περιτριγυρισμένος από στρατηγούς, υπουργούς και φλιτζάνια καφέ.

- Ήρθα να σας πουλήσω τα τελευταία σας λόγια, είπε ο άνδρας. Είναι πολύ σημαντικά γιατί εκείνη τη στιγμή θα τα χάσετε, ενώ αντίθετα σας συμφέρει να τα πείτε όταν θα βρίσκεστε στη δύσκολη αυτή θέση, για να σχηματίσετε αναδρομικά την εντύπωση του ιστορικού πεπρωμένου.

- Μετάφρασε τι λέει, διέταξε ο τύραννος το μεταφραστή του.

- Μιλάει στα αργεντίνικα, Εξοχότατε.

- Στα αργεντίνικα; Και γιατί δεν καταλαβαίνω τίποτα;

- Καταλάβατε πολύ καλά, είπε ο άνδρας. Επαναλαμβάνω ότι ήρθα να σας πουλήσω τα τελευταία σας λόγια.

Ο τύραννος σηκώθηκε όρθιος, όπως συνηθίζεται σ' αυτές τις περιπτώσεις, και, κρύβοντας την ταραχή του, διέταξε να συλλάβουν τον άνδρα και να τον βάλουν στα ειδικά μπουντρούμια που πάντα υπάρχουν σ' αυτά τα κυβερνητικά καθεστώτα.

- Κρίμα, είπε ο άνδρας, ενώ τον παίρνανε. Στην πραγματικότητα θα θελήσετε να πείτε τα τελευταία σας λόγια όταν έρθει εκείνη η στιγμή, και θα σας ήταν απαραίτητο να τα πείτε για να δημιουργήσετε εύκολα την εντύπωση αναδρομικά του ιστορικού πεπρωμένου. Αυτό που εγώ θα σας πουλούσα είναι αυτό που εσείς θα θελήσετε να πείτε. Δεν υπάρχει καμία απάτη. Αλλά αφού δεν δέχεστε το παζάρεμα και δεν θα ξέρετε απ' τα πριν αυτά τα λόγια, όταν έρθει η στιγμή που θα πρέπει να ξεστομιστούν για πρώτη φορά, εσείς φυσικά δεν θα μπορείτε να τα πείτε.

- Γιατί δεν θα μπορώ να τα πω αν είναι αυτά που θα πρέπει να θέλω να πω; ρώτησε ο τύραννος, μπροστά από ένα ακόμη φλιτζάνι καφέ.

- Γιατί ο φόβος δεν θα σας αφήσει, είπε λυπημένα ο άνδρας. Καθώς θα είστε με μια θηλιά στο λαιμό, φορώντας ένα πουκάμισο και τρέμοντας από φόβο κι απ' το κρύο, θα χτυπάνε τα δόντια σας και δεν θα μπορέσετε ν' αρθρώσετε λέξη. Ο δήμιος κι οι παρευρισκόμενοι, μεταξύ των οποίων θα είναι και μερικοί απ' αυτούς τους κυρίους, θα περιμένουν από υποχρέωση, ένα δυο λεπτά, αλλά, όταν απ' το στόμα σας βγει μόνο ένα κλαψούρισμα ανάμεσα στο λόξιγκα και τις ικεσίες συγχώρεσης (γιατί αυτά θα τα αρθρώσετε χωρίς προσπάθεια), θα χάσουν την υπομονή τους και θα σας κρεμάσουν.

Θιγμένοι οι παρευρισκόμενοι, και κυρίως οι στρατηγοί, μαζεύτηκαν γύρω από τον τύραννο για να του ζητήσουν να διατάξει αμέσως τον τουφεκισμό του άνδρα. Αλλά ο τύραννος, που ήταν - χλωμός - σαν - το - θάνατο, τους πέταξε έξω και κλείστηκε σ' ένα δωμάτιο με τον άνδρα για ν' αγοράσει τα τελευταία του λόγια.

Στο μεταξύ οι στρατηγοί κι οι υπουργοί, προσβλημένοι απ' τον τρόπο που τους φέρθηκε ο τύραννος, σχεδίασαν μια εξέγερση και το επόμενο πρωί τον συνέλαβαν ενώ έτρωγε σταφύλια στο αγαπημένο του κιόσκι. Για να μην μπορέσει να πει τα τελευταία του λόγια τον σκότωσαν επί τόπου με μια σφαίρα. Μετά βάλθηκαν να ψάχνουν τον άνδρα, που είχε εξαφανιστεί απ' το κυβερνητικό μέγαρο, και δεν άργησαν να τον βρουν καθώς περιδιάβαινε στην αγορά πουλώντας φωνές στους μικροπωλητές. Αφού τον έβαλαν σ' ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο, τον μετέφεραν στη φυλακή και τον βασάνισαν για να αποκαλύψει ποια θα ήταν τα τελευταία λόγια του τυράννου. Καθώς δεν μπόρεσαν να του αποσπάσουν καμιά ομολογία, τον σκότωσαν με κλοτσιές.

Οι πλανόδιοι πωλητές που είχαν αγοράσει απ' τον άνδρα φωνές συνέχισαν να διαλαλούν στις γωνιές, και μία απ' αυτές χρησίμεψε αργότερα σαν σύνθημα της αντεπανάστασης που αποτέλειωσε τους στρατηγούς και τους υπουργούς. Μερικοί, πριν πεθάνουν, σκέφτηκαν λανθασμένα ότι στην πραγματικότητα όλ' αυτά αποτελούσαν μια σειρά από ανόητες παρεξηγήσεις κι ότι οι λέξεις κι οι φωνές ήταν πράγματα που σίγουρα μπορούν να πουληθούν αλλά όχι ν' αγοραστούν, όσο παράλογο κι αν φαίνεται.

Κι όλοι σάπισαν, ο τύραννος, ο άνδρας κι οι στρατηγοί κι οι υπουργοί, όμως οι φωνές αντηχούσαν πότε πότε στις γωνιές.

Ιστορίες των Κρονόπιο και των Φάμα, μτφρ Ελένη Χαρατσή, Αθήνα, Ύψιλον, 1983, σσ. 94-96.

Σάββατο, Οκτωβρίου 16

ο 'ανεμος κουβάρι

μια αληθινή ιστορία

δεν ανήκε στον κόσμο των μεγάλων.
'οταν έλεγε "βρέθηκα στον κόσμο απροετήμαστη", ομολογούσε την αλήθεια της.

'οταν ο έρωτας είναι στ' αλήθεια έρωτας, είναι ιστορία για φόβο και για τρόμο, κι αυτό εδώ είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάσαι πριν χαθείς μέσα στον άλλον και το ξεχάσεις για τα καλά.

δεν μπορεί, κάποιος θα βρεθεί που δεν είναι ηλίθιος, δεν θα τρομάξει.

δεν σου εμπνέουν συγκίνηση και αγάπη άνθρωποι που δεν ράγισαν ποτέ και που στη φάτσα τους δεν έγραψε κανένα ζόρι.
είναι τρομερή η διαφορά ανάμεσα στα δυο αυτα αισθήματα.

εντάξει, όσο πιο πολύ θές να πλησιάσεις, τόσο λιγότερο βλέπεις.

ειναι καλύτερα να το πιστέψεις παρά να στο μάθει ο χρόνος.

με ηρωίδα την Μαλβίνα Κάραλη.

Τρίτη, Μαΐου 25

μπλέ βαθύ σχεδόν μαύρο


‘Σαν την θάλασσα που την έχουν κάνει και σύμβολο. Χτυπιέται που είναι κλεισμένη στις κοίτες της, και δεν μπορεί να τις ξεπεράσει, γιατί αν τις ξεπεράσει θα πλημμυρίσει τον κόσμο και θα χαθεί. Χτυπιέται και ύστερα αποκάνει και εμείς νομίζουμε ότι αυτό είναι γαλήνη, ενώ είναι η πιο βαθιά απελπισία. Γιατί μόνο μέσα στο σχήμα που της δίνουν οι κοίτες της μπορεί να υπάρχει, πράγμα που είναι επίσης σκλαβιά.Αλλά τώρα πρέπει να φύγω’…

Κυριακή, Απριλίου 25

το ταξίδι του ελέφαντα


γιατί η ζωή περιγελά τις προβλέψεις και βάζει λέξεις εκεί που φανταζόμασταν σιωπές, και αιφνίδιες επιστροφές εκεί που λέγαμε πως δεν θα συναντιόμασταν ξανά.

δεν φτάνει μόνο να δημιουργηθεί το σύμπαν, χρειάζεται και κάποιος να το συντηρήσει.

ήταν επίσης η εποχή που ο έρωτας ήταν έρωτας μόνο αν ήταν ακραίος, ριζοσπαστικός, και που η απόλυτη πίστη ήταν ένα πνευματικό αγαθό τόσο φιλικό όσο ήταν το φαί και το πιοτό για το σώμα.

ως απόλυτο παράδειγμα τις πιο ξεδιάντροπης προσωπικής και κοινωνικής υπόκρισιας, εκείνη που συνιστά υπομονή στον φτωχό που μόλις του αρνήθηκε την ελευμοσύνη.

ένα καλό που έχει η άγνοια είναι οτί μας προστατεύει απο τις ψεύτικες γνώσεις.

αποδεικνύοντας έτσι για μια ακόμα φορά όχι μόνο πως το καλύτερο είναι εχθρός του καλού, αλλα και πως το καλό, όσο και αν πασχίσει, δεν πρόκειται ποτέ να φτάσει ούτε στο δαχτυλάκι το καλύτερο.

pas de nouvelles, bonnes nouvelles.

τα ζωγραφιστά δέντρα δεν ρίχνουν τα φύλλα τους.



Ζοζέ Σαραμάγκου, 2008

Πέμπτη, Νοεμβρίου 5

μαντάμ Εντουαρντά

ο καθαρός έρωτας μας γνωρίζει, ύπουλα, το βιαιότερο απ' όλα, το παραλήρημα εκείνο που οδηγεί στα όρια του θανάτου τις τυφλές ακρότητες της ζωής.

έαν όμως δε μεταφέραμε το φώς μέχρι το σημείο εκείνο που πέφτει η νύχτα.

είχαμε χαθεί σε μια ανεμοδαρμένη νύχτα με τη θάλασσα μπροστά μας.

το βιβλίο αυτό έχει ένα μυστικό, πρέπει όμως να το αποσωπήσω γιατί βρίσκεται πέρα απ' όλες τις λέξεις.

η ντροπή, η ντροπαλότητα, που συνοδεύουν το ισχυρό αίσθημα της ηδονής, πιστοποιούν και αυτές την έλλειψη κατανόσης που υπάρχει.


georges bataille

Δευτέρα, Νοεμβρίου 2

ζάν ζενέ, Ο σκοινοβάτης


από τη μια η ανασφάλεια, η αγρύπνια και η ελπίδα, από την άλλη η βεβαιότητα, ο ύπνος και ο θάνατος.

Δεν θα εκπλαγώ αν πέσεις καθώς περπατάς στο δρόμο, και στραμπουλίξεις το πόδι σου. Το σκοινι θα σε στηρίζει καλύτερα, είναι ασφαλέστερο απο το έδαφος.

Στον πάγκο του μπάρ μπορείς να αστειευτείς μ' οποιονδήποτε, να τσουκρίσεις το ποτήρι σου μ' όποιον θέλεις. Μα ο Άγγελος αναγγέλει τον ερχομό του' μείνε μονάχος να τον υποδεχτείς. Και ο Άγγελος μας είναι η νύχτα που πέφτει στην εκθαμβωτική πίστα.

Όλα γίνονται βράδυ, για να΄ναι η γιορτή αμόλυντη, να ξετυλίγεται χωρίς κίνδυνο να τη διακόψει κάποια σκέψη, να τη χαλάσει κάποια πρακτική ανάγκη.

Να αναφλεγείς ήθελα, όχι να σε διδάξω.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 15

στη γέφυρα


Heinrich Böll, Στη γέφυρα

Μου τυλίξανε τα πόδια και μου 'δωσαν ένα πόστο να κάθομαι και να μετράω τους ανθρώπους που περνάνε απ' την καινούργια γέφυρα. Τους κάνει κέφι -ναι, ναι, τρελαίνονται!- ν' αποδεικνύουν την ικανότητά τους με αριθμούς· ενθουσιάζονται με το τίποτα, μεθούν με κάτι λίγα ανόητα νούμερα, κι όλη μέρα, όλη μέρα το στόμα μου πάει ροδάνι καθώς κάνει σωρούς τα νούμερα, το 'να πάνω στ' άλλο, για να τους χαρίσω το βράδυ τον θρίαμβο του τελικού αριθμού.

Όταν τους αναφέρω το αποτέλεσμα της βάρδιας μου, τα πρόσωπά τους λάμπουν, κι όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός, τόσο περισσότερο λάμπουν - κι έχουνε κάθε λόγο να πλαγιάσουν ικανοποιημένοι: τόσος κόσμος περνάει -χιλιάδες- κάθε μέρα από την καινούργια τους γέφυρα…

Οι στατιστικές τους μετρήσεις, όμως, δεν είναι σωστές. Λυπάμαι που το λέω, μα δεν είναι σωστές. Είμαι αναξιόπιστος άνθρωπος, μολονότι ξέρω καλά πώς να προξενώ την εντύπωση του απλοϊκού και του καλοκάγαθου.

Μεταξύ μας, τώρα, μ' αρέσει πού και πού μερικούς να μην τους μετράω καθόλου, και πάλι, όποτε νιώθω συμπάθεια, να τους χαρίζω μερικούς παραπάνω. Κρατάω στα χέρια μου την ευτυχία τους. Άμα είμαι θυμωμένος ή όταν δεν έχω να καπνίσω, τους δηλώνω απλώς τον μέσο όρο·όταν, όμως, είμαι χαρούμενος κι η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, αφήνω τη γενναιοδωρία μου να κυλήσει και να φτάσει σ' έναν αριθμό πενταπλάσιο του πραγματικού. Κι είναι όλοι τους ευτυχισμένοι!

Μου βουτάνε ευγενικά απ' το χέρι το τελικό αποτέλεσμα, τα μάτια τους πετάνε σπίθες και με χτυπάνε φιλικά στον ώμο. Χαμπάρι δεν παίρνουν τίποτα! Αρχίζουν πολλαπλασιασμούς και διαιρέσεις, βγάζουν ποσοστά επί τοις εκατό, κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο. Λογαριάζουν πόσοι περνούν σήμερα απ' τη γέφυρα ανά λεπτό και πόσοι θα περνούν σε δέκα χρόνια. Λατρεύουν το δεύτερο μέλλον· το δεύτερο μέλλον είναι η ειδικότητά τους - μα την αλήθεια, πόσο λυπάμαι που είναι όλα λάθος…

Όποτε περνάει απ' τη γέφυρα η μικρή μου αγαπημένη -και περνάει δυο φορές την ημέρα- η καρδιά μου σταματάει να δουλεύει. Μέχρι τη στιγμή που θα στρίψει στην αλέα και θα χαθεί, το ακούραστο τικ-τακ της καρδιάς μου διακόπτεται. Οτιδήποτε συμβαίνει, σ' αυτό το χρονικό διάστημα, το αποσιωπώ, δεν τους το φανερώνω. Αυτά τα δύο λεπτά μου ανήκουν, μου ανήκουν αποκλειστικά, δεν τους επιτρέπω να μου τα πάρουν. Κι όταν πάλι, το βράδυ, γυρνάει απ' το παγωτατζίδικο όπου δουλεύει, καθώς περνάει απ' τ' άλλο πεζοδρόμιο, το στόμα μου που μετράει, και πρέπει να μετράει, βουβαίνεται κι η καρδιά μου σταματάει ξανά· μέτρημα ξαναπιάνω μόλις τη χάσω απ' τα μάτια μου. Οτιδήποτε θελήσει η μοίρα να παρελαύνει εκείνα τα δυο λεπτά μπροστά απ' τα τυφλά μου μάτια δεν εισέρχεται στην αιωνιότητα της στατιστικής: άντρες και γυναίκες φαντάσματα, ανύπαρκτα όντα που δεν πρόκειται να παρελάσουν ποτέ στο δεύτερο μέλλον της στατιστικής…

Ότι την αγαπώ, είν' ολοφάνερο. Δεν το ξέρει, αλλά κι εγώ δεν θα 'θελα να το μάθει. Δεν πρέπει να μάθει με ποιον τερατώδη τρόπο κατεβάζει το ύψος του αριθμού των διερχομένων· θέλω -χωρίς να 'χει καν ιδέα, αλλά και χωρίς να φταίει σε τίποτα- να προσπερνάει μπροστά μου με τα μικρά καστανά μαλλιά και τα καλλίγραμμα πόδια της, να πηγαίνει στο παγωτατζίδικο, να βγάζει μπόλικο πουρμπουάρ. Την αγαπώ… Ότι την αγαπώ, είν' ολοφάνερο - και κάτι παραπάνω.

Eσχάτως μου έκαναν έλεγχο. Ο εργάτης που κάθετ' απέναντι και μετράει τ' αυτοκίνητα με είχε ειδοποιήσει από πριν κι είχα τα μάτια μου δεκατέσσερα. Μέτραγα σαν τρελός, ούτε χιλιομετροφάγος να ήμουν. Ο ίδιος, μάλιστα, ο προϊστάμενος της Στατιστικής Υπηρεσίας ανέβηκε στη γέφυρα, πήγε και στάθηκε στην άλλη πλευρά και σύγκρινε το αποτέλεσμα μιας ώρας με τη δική μου ωριαία έκθεση. Μονάχα έναν είχαν λιγότερον από κείνον. Είχε περάσει η μικρή μου αγαπημένη και για τίποτα στον κόσμο δε θ' άφηνα αυτό το όμορφο κορίτσι να μπει στο δεύτερο μέλλον - η μικρή μου αγαπημένη δεν είναι για να πολλαπλασιαστεί, να διαιρεθεί και να μεταμορφωθεί σ' ένα τίποτα εκφρασμένο επί τοις εκατό. Μάτωσ' η καρδιά μου που έπρεπε να συνεχίσω το μέτρημα δίχως να μπορώ να την παρακολουθήσω με το μάτι· στον εργάτη απέναντι, που μέτραγε τ' αυτοκίνητα, χρωστώ δίχως άλλο μεγάλη ευγνωμοσύνη. Επρόκειτο για την ίδια μου την ύπαρξη.

Ο προϊστάμενος της Στατιστικής με χτύπησε στον ώμο και μου 'πε ότι είμαι καλός, σωστός και αξιόπιστος.

«Ένας παρακάτω την ώρα», πρόσθεσε, «δε χάθηκε δα κι ο κόσμος. Εμείς στην Υπηρεσία ούτως ή άλλως προσυπολογίζουμε πάντα μια σταθερή απώλεια. Θα προτείνω να μετατεθείτε στα ιππήλατα».

Τα ιππήλατα, φυσικά, είναι ο κόμβος. Τα ιππήλατα, εκεί είναι χάρμα. Υπάρχουν το πολύ εικοσιπέντε ιππήλατα την ημέρα και κάθε μισή ώρα θα προσθέτω ένα νούμερο στο προηγούμενο· χάρμα, σας λέω.

Στα ιππήλατα θα 'ναι χάρμα. Μεταξύ τέσσερις κι οχτώ δεν επιτρέπεται να περνούν ιππήλατα απ' τη γέφυρα, οπότε θα μπορώ άνετα να πηγαίνω βόλτα ή στο παγωτατζίδικο· θα με βλέπει αρκετή ώρα ή και θα με συνοδεύει στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι η μικρή μου -η καταμέτρητη αγαπημένη.


περ. Πολύτροπος 1 (Ιαν. 1997) 55-57. [μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής]